ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΌΣ
Έχω λίγα λεφτά από τα τελευταία μου μεροκάματα, μείον τα κεράσματα στην παρέα για το "καλός στρατιώτης". Επίσης δυο ή τρεις σοκολάτες, και αλλαξιές στο σάκο, μερικά πακέτα τσιγάρα, ένα μικρό φυλακτό από την θεία μου την Λουΐζα την μοναχή. Είναι ένα μικρό κομματάκι ύφασμα κόκκινο χρώμα, ραμμένο γύρο γύρο με ένα κεντημένο σταυρό στην μέση, πιασμένο με μια παραμάνα στην φανέλα μου. Δεν ξέρω τι έχει μέσα, όμως πιστεύω ότι φέρνει κοντά μου τον Θεό και τον φύλακα Άγγελο μου. Δεν είχα κανένα άλλο να με βοηθήσει γνωστό, βύσμα, η φίλο, ξημέρωσε…
Μαύρα και γκρίζα σύννεφα στον ουρανό ταξιδεύουν μαζί μας, έξω από το τραίνο πίσω από τα θολά τζάμια μαντεύεις την βροχή, που συνεχίζει να κτυπά σ’αυτά χωρίς σταματημό. Ένα ταξίδι αργό σαν μαρτύριο μέσα στο μουσκεμένο γκρίζο τοπίο, σκέπτομαι ότι μπορείς να κατέβεις από το τραίνο, και τρέχοντας πάλι να μπεις στο βαγόνι σου! Ας είναι κ' έτσι έχω πολύ χρόνο μπροστά μου! Είμαι είκοσι (20) χρονών μόνο. Ένδεκα (11) ώρες αργότερα λίγο μετά την ΠΆΤΡΑ φτάσαμε στον Άραξο, ένα μικρό αρβανιτοχώρι. Πολλά φορτηγά μπλε χρώμα, μας περίμεναν στον σταθμό. Η βροχή δυναμωμένη με μούσκεψε περιμένοντας ν' ακούσω το όνομα μου για επιβίβαση. Σαλτάρισα μέσα κάτω από τον βρεμένο γκρίζο μουσαμά του φορτηγού και βρήκα μια θέση, σ' ένα από τους δυο (2) πάγκους καθίσματα. Κρυώνω, πεινάω, είμαι βρεγμένος! Η φάλαγγα από τα φορτηγά προχωρεί αργά βουτώντας στις λασπωμένες γούβες του δρόμου, Θεέ μου που μας πάνε; Δεν κατάλαβα πότε περάσαμε την πύλη του στρατοπέδου!
Συνέχεια...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου