Όνειρο άπιαστο για ένα σμηνίτη χωρίς γνωριμίες και βύσματα, μα το το κυριότερο χωρίς λεφτά για να αγοράσει ούτε το μισό εισιτήριο. Πήρα από το κυλικείο του σταθμού ένα φτηνιάρικο γλυκό, για να γλυκάνω τις πικρές μου σκέψεις. Έπρεπε να συνηθίσω να ζω μακριά από τα αγαπημένα μου πρόσωπα! Κάτι μέσα μου έλεγε ότι η καρδιά μου θα ματώσει και άλλες πολλές φορές στην Ζωή μου, και έπρεπε να είμαι έτοιμος γι’ αυτό. Δυο μόλις ημέρες πριν στο πεδίον ασκήσεων , είδα την βέρα μου να ματώνει ( κτυπώντας τα χέρια μου με ορμή πάνω στο όπλο) και αυτό δεν είναι καλό σημάδι σκέφτηκα! Προσπάθησα να δω κάποιον γνωστό ίσως μάταια, βγήκα από τον σταθμό μόλις που άρχισε να βρέχει, άνοιξαν οι Πατρινοί τις ομπρέλες τους! (όλοι ανεξαιρέτως είχαν από μια περασμένη στο χέρι τους). Η καμπάνα χτύπησε εσπερινό, η βροχή προπομπός της νύχτας, που έμοιαζε να βιάζεται να διώξει το λίγο φως που απέμενε σ’ αυτό το χειμωνιάτικο απόγευμα!
Έψαξα για κάποιο τηλέφωνο με μετρητή κοντά στο λιμάνι, στον δρόμο εξόδου από την πόλη, που οδηγεί στον Πύργο παραλιακός, μια πινακίδα σε ένα ψιλικατζίδικο έγραφε <<τηλέφωνο δια το κοινό>> Πήρα στην Αθήνα την Τατιάνα, το μονότονο σήμα καταλυμένου στο αυτί μου, άφησα το ακουστικό. Δυο κοπέλες που μπήκαν στο μεταξύ, πήραν το δικό τους νούμερο που έπιασαν με την πρώτη, άρχισαν να μιλούν χασκογελώντας πότε σιγά πότε δυνατά με χωριάτικη προφορά. Πρόσεξα το μακιγιάζ τους, πολύ επιτυχημένο και λίγο! Αυτή που τηλεφωνούσε, μαλλιά καστανά σκούρα μέχρι τους ώμους, μίνι φούστα και ψηλά τακούνια, νόστιμη. Η άλλη επίσης με μίνι στενή φούστα και ανοιχτόχρωμα καστανά μαλλιά, δεμένα πίσω αλογοουρά, γεροδεμένο κορμί αθλητικό στιλ, ψιλή με χαμηλοτάκουνα παπούτσια. Δεν έδειχναν ότι με πρόσεξαν παρ’ ότι κοιτούσα έντονα λέγοντας τους με τα μάτια, ότι αν δεν τελειώσουν γρήγορα , θα τις πιάσω από το μαλλί! Ωστόσο άφησαν το ακουστικό αρωματισμένο και... ζεστό! Κι’ άλλες προσπάθειες έπιασα, μου απάντησε η πεθερά μου,<< η Τατιάνα είχε βγει έξω με τον αδελφό της τον Στέφανο>>! Δεν άφησα κανένα μήνυμα, έκλεισα με την σκέψη ότι αν ήθελα να καταλάβει εκείνη το λούκι το δικό μου, ήμουν πολύ ρομαντικός έως αφελής, εξ άλλου ήταν Σάββατο βράδυ!
Φορτωμένος με θλίψη πήρα πάλι τους δρόμους, ξένο σώμα σ’ αυτή την πόλη που είχε ανάψει τα φώτα της, όμορφη και αδιάφορη σαν γυναίκα... ξένη!
ΣΥΝΈΧΕΙΑ...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου