Φρουρά...
Ο αρχιφύλακας είχε κοιμηθεί απ’ ώρα ροχαλίζοντας ρυθμικά, ζαλάδα η μυρωδιά από τις κάλτσες του!
Συζητούσαμε χαμηλόφωνα φορτώνοντας που και που την σόμπα από τον σωρό τα ξύλα που στέγνωναν
δίπλα της. Οι λάμπες χαμηλωμένες, έξω έβρεχε πάλι, πέσαμε για ύπνο εκτός από τον Χιώτη που είχε το πρώτο νούμερο σε λίγο.
Κάτι με πίεζε και πονούσα στο πάνω μέρος της πλάτης, κάτι που προσπαθούσα να διώξω χωρίς να τα καταφέρνω κι’ αυτό συνέχιζε να με πιέζει με περισσότερη δύναμη εκεί στο ίδιο σημείο! Ξύπνησα ιδρωμένος και αναρωτιόμουν αν έφταιγε γι’ αυτό ο εφιάλτης που οίδα; ή η θερμάστρα που έκαιγε με δύναμη. Το όνειρο και η πραγματικότητα αιώνιοι ανταγωνιστές, παρόντες εδώ μέσα σ’ αυτό το φυλάκιο στην μέση του πουθενά! Ψαχουλευτά βρήκα και άγγιξα το όπλο μου, που ήταν ζεστό (στο ξύλο και στο ατσάλι του το μαύρο) απ’ το δικό μου σώμα. Σηκώθηκα κάνοντας σιγά και κάθισα σ’ ένα σκαμνί στην σόμπα, η ώρα τρείς περασμένες. Στην τσέπη μου βρήκα λίγες σταφίδες με χνούδι και κλωστές ανακατεμένες που μου γλύκαναν την πικρή μου γεύση, άναψα ένα τσιγάρο.
"Αλτ τις ει"; Άκουσα έξω τον σκοπό να ουρλιάζει δυνατά, και μου πάγωσε το αίμα!
Δεν άκουσα την απάντηση από τον αξιωματικό εφόδου. " Προχώρα στο παρασύνθημα" ούρλιαξε πάλι ο σκοπός, μετά από λίγο βήματα που απομακρύνθηκαν και πάλι το βουητό του αέρα και της βροχής, επάνω στις λαμαρίνες του φυλακίου. Λίγο μετά μπήκε μαζί με κρύο αέρα, γυαλίζονταν απ’ την βροχή κάτω από την μπέρτα και την κουκούλα του, αγριεμένος σαν αυτόν τον διαβολόκαιρο, να δει την σόμπα αν θέλει ξύλα! Τον καθησύχασα, ότι εγώ την προσέχω κι’ έφυγε πάλι βιαστικά στάζοντας νερά ακόμα έξω! Σαράντα λεπτά αργότερα, θα πήγαινα εγώ στην θέση του, να συνεχίσω το φύλαγμα της Πατρίδας. Επαναλαμβάνοντας το σύνθημα και το παρασύνθημα για να μην το ξεχάσω, μου ήρθε στην σκέψη το "αλτ τις ει"? σταμάτα ποιος είσαι; Να μια καλή ερώτηση που πρέπει ν’ απευθύνω προς έμενα! Αλήθεια ποιος είμαι; Μπορεί η επίγνωση να διώξει την απόγνωση; Ίσως…
Συνέχεια...
Συνέχεια...
Συνέχεια…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου