ΤΟ ΣΠΊΤΙ ΠΟΥ ΓΕΝΝΉΘΗΚΑ
Γεννήθηκα στου ΓΚΎΖΗ οδός Κάλβου, λίγο πιο πάνω η εκκλησία ο ΑΓ' ΛΕΥΤΈΡΗΣ, το δημοτικό σχολείο που μ’ έμαθε τα πρώτα μου γράμματα. Θυμάμαι καλά αυτό το σπίτι, ένα δωμάτιο και κουζίνα με τουαλέτα έξω, στην μικρή αυλή. Στην μέση της αυλής, στολίδι της, (ο βόθρος) σκεπασμένος πρόχειρα με μια λαμαρίνα…και μια διπλή, βαμμένη μαύρη σιδερένια αυλόπορτα. Το μοναδικό μας δωμάτιο γεμάτο κρεβάτια (είχα τότε τέσσερα μεγαλύτερα αδέλφια, μισά αγόρια μισά κορίτσια) μόλις που χώραγε ένα τραπέζι στην μέση, με μια λάμπα πετρελαίου επάνω του. Εκεί διάβαζα κι’ έγραφα όταν έβρισκα λίγο χώρο να καθίσω.
Λίγο αργότερα μια μαμή βοήθησε την μητέρα μου να ξεγεννήσει εκεί στο ίδιο δωμάτιο, την τρίτη αδελφή μου! αφού πρώτα με πέταξαν έξω στην αυλή. Δεν είχα κανένα χώρο δικό μου, μόνο κάτω από το (μέσα κρεβάτι), εκεί ήταν σκοτεινά ότι έπρεπε για να ονειρεύομαι τα παιχνίδια που δεν είχα, και επί πλέον δεν μπορούσε εύκολα να με φτάσει η μάνα μου. Η καημένη η μανούλα μου, μόνιμα σκυμμένη, μόνιμα βρεγμένη, επάνω από μια σκάφη λαμαρινένια, με σαπούνι πράσινο έτριβε στην ξύλινη πλύστρα τα ασπρόρουχα με δύναμη, να καθαρίσουν από την φτώχεια και την μιζέρια μας γεμάτα! Ύστερα τ’ άπλωνε στα σύρματα της αυλής (δυό τρία χιαστί) για να στεγνώσουν. Εκείνη την εποχή η όψη της μπουγάδας μιας γυναίκας (ειδικά στ' ασπρόρουχα) ήταν ζήτημα τιμής…
Φανάρι με σύρμα ψηλό τρυπητό βαμμένο (δεν ξέρω γιατί) σκούρο πράσινο χρώμα, κρεμόταν από το ταβάνι της κουζίνας. Εκεί βάζαμε τα τρόφιμα (λιγοστά πάντα) συνηθέστερα ψωμί από μεγάλο μαύρο καρβέλι.
Μια γκαζιέρα με τρόμπα που συχνά δεν άναβε, με μπρούντζινο ντεπόζιτο για το πετρέλαιο, είχε μάθει η μάνα μου να την μαστορεύει μόνη της, αφού πρώτα την… έβριζε! Εκεί μας μαγείρευε, συνήθως όσπρια και χόρτα, και πατάτες τηγανητές. Στο σχολείο συσσίτιο, μαζί μου στην τσάντα την σχολική την πάνινη, ένα μεγάλο αλουμινένιο κύπελλο, που μου το γέμιζαν με γάλα σκόνη και κακάο! Ήταν γλυκό και ζεστό, το έπινα μονορούφι χωρίς αναπνοή όλο.
Λίγο πριν το 1950 η κατοχή από τους Γερμανούς, και ο εμφύλιος πόλεμος μετά! Άφησαν βαθιές πληγές και φτώχεια και ανέχεια. Όμως ο κόσμος ένιωθε τυχερός γιατί κατάφερε να επιβιώσει αυτά τα δύσκολα χρόνια τα γεμάτα Μίσος…
Συνέχεια…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου