ΕΞΟΔΟΣ (Α)
Στους καθρέφτες, στις τουαλέτες σπρώχνοντας ο ένας τον άλλο, για το φρεσκάρισμα της τελευταίας στιγμής. Έλεγχος από τους Α.Μ. στην πύλη και επιβίβαση σε πούλμαν, (καμιά δεκαριά τον αριθμό),που περίμεναν έξω. Προορισμός η ΠΆΤΡΑ, είκοσι (20) χ.λ.μ. ταξίδι πέρασε με πειράγματα και γέλια. Τελευταίες οδηγίες από τους εκπαιδευτές και φτάσαμε. Τα πούλμαν σταμάτησαν κολλητά το ένα πίσω από το άλλο σε μια πλατεία, σημείο συνάντησης (και για το βράδυ) για την επιστροφή μας στην Βάση. Ποιος τις είχε πληροφορήσει; Πάντως ήταν όλες εκεί, με ψηλοτάκουνα παπούτσια, έντονο μακιγιάζ και ματιές γεμάτες υποσχέσεις. Πήραν αγκαζέ τους πρώτους που κατέβηκαν και με πείρα επαγγελματική, βοήθησαν να ξεπεραστεί η έκπληξη από μερικούς, το ΣΟΚ από άλλους, κάνανε μικρά γκρουπ, και άρχισαν ν' απομακρύνονται από την πλατεία!
Όμορφη και υγρή πόλη η ΠΆΤΡΑ σαν γυναίκα! Με στεγασμένα πεζοδρόμια, ίσιους δρόμους, ωραίες πλατείες, μας πήρε αγκαλιά της…
Χώθηκα στον πρώτο δρόμο, ψάχνοντας για ένα καφενείο. Το όνειρο για ένα καφέ σερβιρισμένο ήταν τώρα εύκολο να πραγματοποιηθεί! Έπρεπε να περνάς απέξω για να δεις την ταμπέλα, μικρή παραλληλόγραμμη βαμμένη με ένα υποκίτρινο-μπεζ χρώμα στην μέση, και σκούρο μπλε στα περιθώρια, "ΚΑΦΕΝΕΊΟ Η ΣΥΝΆΝΤΗΣΗ" Έσπρωξα την ξύλινη παλιά πόρτα, και κάθισα σ'ένα σκούρο μεταλλικό τραπεζάκι. Στο πάτωμα κόκκινα ξεβαμμένα και μπεζ πλαστικά πλακάκια, το μοναδικό χρώμα, σ' ένα χώρο στενό σαν διάδρομο, με βάθος αρκετό. Μια γυναίκα γύρω στα πενήντα με μαύρα ρούχα, σοβαρή αμίλητη μου έφερε τον καφέ και ένα ποτήρι νερό, πήρε τα λεφτά και επέστρεψε βιαστικά κοντά σε μια μικρή σόμπα πετρελαίου. Δεν ήταν άλλος πελάτης μέσα, άναψα ένα τσιγάρο κοιτώντας τα ξαπλωμένα μπουκάλια μπύρας και αναψυκτικών μέσα στο ψυγείο, που χώριζε στα δυο το μαγαζί. Ο καφές μου έδωσε πάλι την χαμένη μου γεύση, τον απόλαυσα με μικρές ρουφηξιές και δυο τσιγάρα ακόμα. Ήθελα να πάω στην τουαλέτα το ανέβαλα όμως γιατί δεν άντεχα το ξινισμένο μούτρο της καφετζούς, έκλεισα την ξύλινη πόρτα και βγήκα στον δρόμο.
Μερικές ψιχάλες άρχισαν να πέφτουν, κοίταξα επάνω δεν έδειχνε για βροχή ο ουρανός και ας ήταν γκρίζος και συννεφιασμένος. Ρώτησα ένα κύριο που είναι το Κ.Τ.Ε.Λ ; και πρόθυμα μου έδειξε με την... ομπρέλα του την σωστή κατεύθυνση. Μικρή πόλης η ΠΆΤΡΑ για τα γυμνασμένα μου πόδια, και την μεγάλη μου ανάγκη να δω χρώματα, βιτρίνες, κίνηση. Αταίριαστα τοποθετημένος σ' ένα στενό δρόμο, ο Σταθμός Λεωφορείων στο κέντρο της πόλης, ψυχρός και απρόσωπος με ορθάνοιχτες τις πόρτες και μισοβρεμένο δάπεδο στην αίθουσα αναμονής, εδώ η επόμενη στάση μου.
Ένας υπάλληλος με χονδρά γυαλιά στην μοναδική ανοιχτή θυρίδα, πήρε ένα μικρόφωνο στα χέρια, και ανήγγειλε την αναχώρηση του λεωφορείου για την ΑΘΉΝΑ σε πέντε (5) λεπτά! Μια τρελή σκέψη μου καρφώθηκε στο μυαλό να μπω στο λεωφορείο! Τρείς τέσσερις ώρες ταξίδι, στις 01:00 μετά τα μεσάνυχτα η ενωρίτερα στην ΑΘΉΝΑ! Η Τατιάνα θα μου ανοίξει έκπληκτη την πόρτα, θα την πάρω αγκαλιά και θα περάσουμε την μισή νύχτα μαζί, και ύστερα επιστροφή στην Βάση ώρα 07,00 παρών…
Συνέχεια...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου